Η υπόθεση Diarra έφερε στο φως σημαντικές αλλαγές στο μεταγραφικό τοπίο του ποδοσφαίρου, επηρεάζοντας τις ισορροπίες μεταξύ συλλόγων και ποδοσφαιριστών. Η εισαγωγή της «ευέλικτης» ρήτρας αποδέσμευσης προσφέρει ένα νέο εργαλείο διαπραγμάτευσης, δημιουργώντας ένα πιο δίκαιο συμβατικό μοντέλο για το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Η ουσία της ρήτρας αυτής έγκειται στο γεγονός ότι επιτρέπει στους παίκτες να μετακινούνται πιο εύκολα μεταξύ συλλόγων, αποφεύγοντας παρατεταμένες διαπραγματεύσεις ή ακόμα και συγκρούσεις.
Ταυτόχρονα, δίνει τη δυνατότητα στους συλλόγους να προστατεύουν τις επενδύσεις τους, υπογράφοντας ρήτρες που καθορίζουν την οικονομική αποζημίωση για την αποδέσμευση ενός ποδοσφαιριστή. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του Lassana Diarra. Η ρήτρα αποδέσμευσης που προβλέφθηκε στη σύμβασή του, κατέστησε δυνατή τη γρήγορη μετακίνησή του όταν οι συνθήκες το απαιτούσαν, δημιουργώντας ένα προηγούμενο που έθιξε τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται οι μεταγραφές στις ομάδες. Η μεταβολή αυτή, εκτός από την αύξηση της διαπραγματευτικής δύναμης των ποδοσφαιριστών, έχει προκαλέσει συζητήσεις στους κύκλους των αθλητικών διοικήσεων για το πώς μπορεί να εξελιχθεί το ποδοσφαιρικό συμβατικό πλαίσιο στο μέλλον. Ενώ οι αλλαγές συνεχίζουν να εξελίσσονται, η χρησιμότητα των «ευέλικτων» ρητρών μπορεί να καθορίσει το πώς καταρτίζονται οι συμβάσεις και πώς οι σύλλογοι και οι ποδοσφαιριστές προσαρμόζονται σε αυτές τις νέες συνθήκες.
