Ο άνθρωπος δεν φεύγει πάντα για να σωθεί. Μερικές φορές φεύγει για να καταλάβει τι έχασε. Και άλλες φορές επιστρέφει, παρότι ξέρει ήδη την κατάληξη. Δεν είναι λογική επιλογή. Είναι έλξη προς το γνώριμο, ακόμα κι αν το γνώριμο πονά.
Η επιστροφή σε έναν άνθρωπο που μας πλήγωσε δεν είναι απλώς συναισθηματική αδυναμία. Είναι σύγκρουση ανάμεσα στη μνήμη και την εμπειρία. Η μνήμη κρατά τις καλές στιγμές πιο ζωντανές από τις κακές. Η εμπειρία όμως θυμάται το τέλος. Και ο άνθρωπος συχνά διαλέγει να εμπιστευτεί αυτό που τον συγκινεί περισσότερο, όχι αυτό που τον προστατεύει.
Υπάρχει και κάτι πιο σκοτεινό: η ανάγκη να «διορθώσουμε» το παρελθόν. Να επιστρέψουμε και αυτή τη φορά να λειτουργήσει. Να πούμε τα σωστά λόγια, να πάρουμε τη σωστή στάση, να αλλάξουμε το αποτέλεσμα. Σαν να μπορούμε να ξαναγράψουμε μια ιστορία που έχει ήδη τελειώσει.
Ο Daniel Kahneman έχει δείξει ότι οι άνθρωποι δεν αξιολογούν τις εμπειρίες τους συνολικά, αλλά κυρίως από την ένταση των κορυφών και του τέλους. Γι’ αυτό και μια σχέση μπορεί να μείνει στο μυαλό όχι επειδή ήταν καλή, αλλά επειδή είχε ισχυρές στιγμές που επισκίασαν τα υπόλοιπα.
Και κάπου εκεί εμφανίζεται η παγίδα. Η οικειότητα μοιάζει με ασφάλεια, ακόμα κι όταν έχει αποδειχθεί επώδυνη. Ο εγκέφαλος προτιμά το γνωστό κακό από το άγνωστο ουδέτερο. Γιατί το γνωστό τουλάχιστον το καταλαβαίνει. Το έχει χαρτογραφήσει.
Ο John Bowlby είχε περιγράψει πως τα πρότυπα προσκόλλησης που δημιουργούνται νωρίς επηρεάζουν τον τρόπο που επιλέγουμε και επαναλαμβάνουμε σχέσεις. Δεν μας τραβούν πάντα οι «καλύτερες» σχέσεις, αλλά αυτές που μας φαίνονται οικείες στο συναίσθημα, ακόμα κι αν είναι ασταθείς.
Κι έτσι ο κύκλος συνεχίζεται. Φεύγουμε για να αναπνεύσουμε, επιστρέφουμε για να νιώσουμε. Και συχνά, αυτό που μας τραβά πίσω δεν είναι ο άλλος. Είναι η εκδοχή του εαυτού μας που μόνο εκεί ξέραμε να γινόμαστε.
