Υπάρχει κάτι σχεδόν επικίνδυνο στο «δεν πρέπει». Μόλις εμφανιστεί ένα όριο, ο πόθος αλλάζει μορφή. Γίνεται πιο έντονος, πιο επίμονος, πιο σωματικός. Ο άνθρωπος δεν διεγείρεται μόνο από την ομορφιά ή τη χημεία. Διεγείρεται από την απαγόρευση. Από την αίσθηση ότι κάτι μπορεί να χαθεί, να αποκαλυφθεί ή να καταστρέψει την ισορροπία.
Γι’ αυτό και πολλές φορές οι πιο δυνατές έλξεις γεννιούνται στα πιο λάθος timing. Σε ανθρώπους δεσμευμένους, σε σχέσεις περίπλοκες, σε καταστάσεις που η λογική φωνάζει «μακριά». Όχι επειδή ο άνθρωπος αγαπά το χάος, αλλά επειδή ο εγκέφαλος συνδέει το ρίσκο με την ένταση. Όταν υπάρχει κίνδυνος, αυξάνεται η αδρεναλίνη. Και η αδρεναλίνη μοιάζει τρομακτικά με πάθος.
Ο Helen Fisher είχε περιγράψει τον ρομαντικό πόθο σαν ένα βιολογικό σύστημα ανταμοιβής που ενεργοποιείται πιο έντονα όταν υπάρχει αβεβαιότητα. Αν δεν ξέρεις αν θα τον έχεις, τον θέλεις περισσότερο. Αν νιώθεις ότι μπορεί να τον χάσεις, κολλάς βαθύτερα.
Κι εκεί αρχίζει η αυτοπαγίδευση. Γιατί συχνά δεν ποθούμε μόνο τον άνθρωπο. Ποθούμε το συναίσθημα που δημιουργεί μέσα μας. Την αγωνία, την αναμονή, το κρυφό βλέμμα, το μήνυμα που έρχεται αργά τη νύχτα. Ο απαγορευμένος πόθος δεν τρέφεται από τη σταθερότητα. Τρέφεται από το «ίσως».
Η ανθρώπινη φύση έχει μια σκοτεινή αδυναμία: συχνά εκτιμά περισσότερο αυτό που δεν μπορεί να κρατήσει εύκολα. Όταν όλα είναι ασφαλή και προβλέψιμα, η επιθυμία ηρεμεί. Όταν όμως υπάρχει εμπόδιο, ο άλλος αποκτά σχεδόν εμμονική αξία. Σαν να πρέπει να αποδείξουμε κάτι στον εαυτό μας μέσα από την κατάκτησή του.
Ο Sigmund Freud πίστευε ότι ο άνθρωπος δεν κινείται μόνο από την ανάγκη για ευχαρίστηση, αλλά και από την ένταση της απαγόρευσης. Αυτό που καταπιέζεται δεν εξαφανίζεται. Συνήθως επιστρέφει πιο δυνατό. Και ίσως αυτή να είναι η πιο επικίνδυνη πλευρά του πόθου: ότι πολλές φορές δεν θέλουμε πραγματικά να ηρεμήσουμε. Θέλουμε να καούμε λίγο ακόμη.
