Η μέρα έχει έναν τρόπο να σε κρατά απασχολημένο. Σε γεμίζει με υποχρεώσεις, πρόσωπα, θόρυβο, αποφάσεις που πρέπει να παρθούν γρήγορα. Δεν υπάρχει πολύς χώρος για σκέψη, μόνο για λειτουργία. Όλα κινούνται με ρυθμό που δεν αφήνει κενά, σαν να μην επιτρέπεται η παύση.
Μέσα σε αυτόν τον ρυθμό, πολλά μένουν πίσω. Λέξεις που θα ήθελες να πεις αλλά δεν βρήκαν στιγμή. Αντιδράσεις που συγκράτησες για να μην αλλάξεις την ισορροπία. Εξηγήσεις που ανέβαλες για “αργότερα”, χωρίς να ορίζεις ποτέ αυτό το αργότερα. Και το “αργότερα” σχεδόν πάντα γίνεται νύχτα.
Γιατί τη νύχτα, όταν όλα εξωτερικά ησυχάζουν, δεν υπάρχει πια τίποτα να σε αποσπάσει από αυτό που έμεινε μέσα σου. Δεν επιστρέφουν οι σκηνές όπως έγιναν. Επιστρέφει αυτό που δεν ειπώθηκε. Όχι σαν διάλογος, αλλά σαν βάρος. Σαν αίσθηση ότι κάτι έμεινε ανοιχτό. Μια φράση που δεν ολοκληρώθηκε. Ένα βλέμμα που δεν εξηγήθηκε. Μια στιγμή που θα μπορούσε να είχε πάρει άλλη τροπή, αν είχες μιλήσει διαφορετικά ή αν είχες μιλήσει καθόλου. Η νύχτα δεν αλλάζει το παρελθόν. Το επαναφέρει όμως με έναν τρόπο πιο ειλικρινή, γιατί δεν έχει πια ανταγωνισμό από τον θόρυβο της ημέρας. Δεν υπάρχει κίνηση να το καλύψει, ούτε υποχρεώσεις να το σπρώξουν στην άκρη. Μένει εκεί, καθαρό και επίμονο.
Και τότε αρχίζεις να συνειδητοποιείς κάτι άβολο αλλά αληθινό. Ότι πολλές από τις πιο σημαντικές σου λέξεις δεν ειπώθηκαν ποτέ. Όχι γιατί δεν υπήρχαν, αλλά γιατί δεν βρέθηκε η στιγμή ή το θάρρος ή η σωστή αφορμή. Η νύχτα όμως δεν ενδιαφέρεται για τις αφορμές. Ενδιαφέρεται μόνο για το τι έμεινε ανοιχτό. Και κάπως έτσι, μέσα στη σιωπή, όλα αυτά που δεν ειπώθηκαν αρχίζουν να ακούγονται πιο δυνατά από όσα ειπώθηκαν πραγματικά. Όχι γιατί φωνάζουν, αλλά γιατί δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ.
