Υπάρχουν βράδια που, ενώ το σώμα ζητά ξεκούραση, το μυαλό αποφασίζει να κάνει το ακριβώς αντίθετο. Και σαν να μην έφταναν οι σκέψεις της ημέρας, εμφανίζονται ξαφνικά αναμνήσεις που δεν είχαν περάσει από το μυαλό μας για χρόνια. Μια αμήχανη στιγμή στο σχολείο, μια κουβέντα που ειπώθηκε λάθος, μια ευκαιρία που χάθηκε, μια συμπεριφορά για την οποία ακόμη νιώθουμε άσχημα.
Το παράξενο είναι ότι αυτές οι αναμνήσεις σπάνια εμφανίζονται στις δώδεκα το μεσημέρι. Επιλέγουν σχεδόν πάντα τις ώρες πριν από τον ύπνο. Εκείνες τις στιγμές που το δωμάτιο είναι σκοτεινό, το κινητό έχει μείνει στην άκρη και δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να αποσπά την προσοχή.
Το μυαλό μοιάζει τότε να ψάχνει σε ξεχασμένα συρτάρια. Φέρνει μπροστά μας σκηνές που δεν μπορούμε πλέον να αλλάξουμε. Και όσο περισσότερο προσπαθούμε να τις διώξουμε, τόσο πιο έντονες γίνονται. Είναι σαν να μας υπενθυμίζουν ότι όλοι οι άνθρωποι κουβαλούν μικρές ενοχές, αμηχανίες και πράγματα που θα ήθελαν να είχαν κάνει διαφορετικά.
Κάποιες φορές γελάμε μόνοι μας με όσα θυμηθήκαμε. Άλλες φορές νιώθουμε μια ανεξήγητη ντροπή για κάτι που πιθανότατα κανείς άλλος δεν θυμάται πια. Κι όμως, το μυαλό επιμένει να τα ανασύρει, λες και θέλει να βεβαιωθεί ότι δεν ξεχάσαμε ποιοι ήμασταν κάποτε.
Ίσως τελικά οι νυχτερινές αυτές επισκέψεις του παρελθόντος να είναι ένας παράξενος τρόπος του εαυτού μας να μας θυμίζει ότι μεγαλώσαμε, αλλά και ότι παραμένουμε άνθρωποι. Γιατί κανείς δεν ξαπλώνει το βράδυ έχοντας ζήσει μια τέλεια ζωή. Και ίσως αυτό να είναι απολύτως φυσιολογικό.
