Μια ανεξήγητη επιδημία τυφλότητας εξαπλώνεται σε μια πόλη και μέσα σε ελάχιστο χρόνο ανατρέπει κάθε βεβαιότητα. Με αυτή την τρομακτικά απλή αφετηρία ο Ζοζέ Σαραμάγκου δημιούργησε την Τυφλότητα, ένα από τα γνωστότερα μυθιστορήματά του, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1995 και εξετάζει τι μπορεί να συμβεί όταν οι κοινωνικοί κανόνες παύσουν ξαφνικά να λειτουργούν.
Όλα ξεκινούν όταν ένας άνδρας χάνει ξαφνικά την όρασή του ενώ βρίσκεται μέσα στο αυτοκίνητό του. Η περίπτωσή του είναι παράξενη: αντί να βλέπει σκοτάδι, περιγράφει μια εκτυφλωτική λευκότητα. Σύντομα τυφλώνονται και άλλοι άνθρωποι που ήρθαν σε επαφή μαζί του, μεταξύ των οποίων ο οφθαλμίατρος που τον εξέτασε.
Οι αρχές αντιδρούν απομονώνοντας τους πρώτους τυφλούς και όσους θεωρούνται ύποπτοι για μόλυνση σε ένα εγκαταλελειμμένο ψυχιατρικό ίδρυμα. Εκεί, μακριά από την υπόλοιπη κοινωνία και υπό στρατιωτική επιτήρηση, δημιουργείται ένας κλειστός κόσμος στον οποίο οι συνθήκες χειροτερεύουν γρήγορα.
Ανάμεσα στους εγκλείστους βρίσκεται και η σύζυγος του γιατρού. Είναι η μοναδική από τους βασικούς χαρακτήρες που εξακολουθεί να βλέπει, όμως προσποιείται ότι έχει χάσει και εκείνη την όρασή της για να παραμείνει κοντά στον άνδρα της. Μέσα από τα μάτια της ο αναγνώστης παρακολουθεί την κατάρρευση της καθημερινότητας και τη σταδιακή εξαφάνιση των κανόνων που μέχρι τότε συγκρατούσαν τις ανθρώπινες συμπεριφορές.
Ο Σαραμάγκου δεν δίνει ονόματα στους βασικούς χαρακτήρες. Τους γνωρίζουμε ως «τη γυναίκα του γιατρού», «τον πρώτο τυφλό», «τη γυναίκα με τα μαύρα γυαλιά» ή «το αγόρι με τον στραβισμό». Η επιλογή αυτή αφαιρεί από την ιστορία συγκεκριμένες ταυτότητες και μετατρέπει τους ήρωες σε ανθρώπινες μορφές που θα μπορούσαν να υπάρχουν οπουδήποτε.
Όσο η επιδημία εξαπλώνεται, ολόκληρη η πόλη βυθίζεται στο χάος. Η έλλειψη τροφίμων, η απουσία οργανωμένης εξουσίας και η αδυναμία λειτουργίας των βασικών υποδομών δημιουργούν έναν κόσμο όπου η επιβίωση γίνεται καθημερινή μάχη. Παράλληλα, εμφανίζονται τόσο ακραίες μορφές βίας και εκμετάλλευσης όσο και πράξεις αλληλεγγύης και φροντίδας.
Η Τυφλότητα δεν λειτουργεί απλώς ως ιστορία μιας φανταστικής επιδημίας. Ο Σαραμάγκου χρησιμοποιεί την απώλεια της όρασης ως μέσο για να εξετάσει την ανθρώπινη συμπεριφορά, την εξουσία, τον φόβο, την αξιοπρέπεια και την ευθύνη απέναντι στον συνάνθρωπο.
Ιδιαίτερη είναι και η γραφή του Πορτογάλου συγγραφέα. Οι μεγάλες περίοδοι λόγου, η περιορισμένη χρήση συμβατικών σημείων στίξης στους διαλόγους και η συνεχής ροή της αφήγησης αποτελούν χαρακτηριστικά του προσωπικού του ύφους και απαιτούν από τον αναγνώστη μεγαλύτερη συγκέντρωση.
Η τυφλότητα παραμένει ένα βαθιά ανησυχητικό μυθιστόρημα, επειδή το πραγματικό του θέμα δεν είναι η απώλεια της όρασης. Είναι το πόσο εύθραυστη μπορεί να αποδειχθεί μια οργανωμένη κοινωνία και, κυρίως, αν ο άνθρωπος εξακολουθεί να «βλέπει» τον διπλανό του όταν οι νόμοι, οι θεσμοί και οι βεβαιότητες γύρω του καταρρέουν.
