Η πρώτη επαφή με ένα έργο τέχνης γίνεται σχεδόν πάντα μέσα από το βλέμμα. Υπάρχει όμως μια ακόμη διάσταση που, αν και συχνά δεν επιτρέπεται να τη βιώσουμε άμεσα, παίζει καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία και στην αντίληψη ενός έργου: η υφή.
Κάθε υλικό διαθέτει τη δική του προσωπικότητα. Το μάρμαρο αποπνέει σταθερότητα και διαχρονικότητα, το ξύλο μεταφέρει ζεστασιά, ο μπρούτζος αποδίδει δύναμη, ενώ ο πηλός διατηρεί τη ζωντανή αίσθηση της ανθρώπινης παρέμβασης. Ο καλλιτέχνης δεν επιλέγει τα υλικά μόνο για την εμφάνισή τους αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αυτά «συμπεριφέρονται» κατά τη δημιουργική διαδικασία.
Στη γλυπτική, η υφή μπορεί να αλλάξει εντελώς την αίσθηση που αποπνέει ένα έργο. Μια λεία επιφάνεια δημιουργεί διαφορετική εντύπωση από μια τραχιά ή αδρή μορφή, ακόμη κι αν το σχήμα παραμένει ακριβώς το ίδιο. Το φως αντανακλάται διαφορετικά, οι σκιές μεταβάλλονται και η συνολική εικόνα αποκτά νέο χαρακτήρα.
Το ίδιο ισχύει και στη ζωγραφική. Οι παχιές στρώσεις χρώματος, οι εμφανείς πινελιές ή οι ανάγλυφες επιφάνειες δεν αποτελούν απλώς τεχνικές επιλογές. Συμβάλλουν στη δημιουργία ενός έργου που αποκτά βάθος και ένταση, ακόμη κι όταν ο θεατής δεν μπορεί να το αγγίξει.
Τα τελευταία χρόνια, αρκετά μουσεία έχουν δημιουργήσει ειδικά προγράμματα για ανθρώπους με προβλήματα όρασης, επιτρέποντας την επαφή με αντίγραφα γλυπτών ή ειδικά σχεδιασμένων εκθεμάτων. Μέσα από την αφή, οι επισκέπτες ανακαλύπτουν μια διαφορετική διάσταση της τέχνης, αποδεικνύοντας ότι η αισθητική εμπειρία δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην όραση.
Η επιλογή των υλικών αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις κάθε δημιουργού. Πριν ακόμη γεννηθεί η μορφή, πριν προστεθεί το πρώτο χρώμα ή χαραχτεί η πρώτη γραμμή, το ίδιο το υλικό έχει ήδη αρχίσει να αφηγείται τη δική του ιστορία. Και πολλές φορές, αυτή η ιστορία είναι εξίσου σημαντική με το τελικό έργο που θα αντικρίσει το κοινό.
